Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2008

Μελαγχολία

Μοιάζεις ψυχή μου ώρες-ώρες σκοτεινό
δωμάτιο άδειο, παγερό, μανταλωμένο
κι εγώ χαμένος ναυαγός μες στο κενό
έχω το βλέμμα μου στο άπειρο κρυμμένο.

Μελαγχολία μου να φύγεις περιμένω…

Κατεβασμένα, κλειδωμένα τα ρολά
άδειες βιτρίνες με τα φώτα τους σβησμένα
τα συναισθήματα στη μαύρη αγορά
άσπρα φορέματα ζητούν απεγνωσμένα.

Μελαγχολία μου για σένα και για μένα…

Καράβι γέρικο με δίχως μηχανές
χωρίς πανιά και το κατάρτι τσακισμένο
στα μεσοπέλαγα ψυχή μου, οιμωγές
είναι οι κραυγές σου, ένα S.O.S απελπισμένο.

Μελαγχολία μου λιμάνι ξεχασμένο…

Μελαγχολία μου παράθυρο κλειστό
μέσα στο κάστρο σου με θες φυλακισμένο
εγώ παλεύω στης αράχνης τον ιστό
κι εσύ πετράδι στο λαιμό μου κρεμασμένο.

Μοιάζεις, μελαγχολία μου, σύννεφο φορτωμένο...

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2007

Τώρα σωπαίνεις

Τώρα που είδες και τι δεν είδες!
Πύρινες, κίτρινες, μαύρες σελίδες
Τώρα που γνώρισες, τώρα που ξέρεις
Τώρα που έμαθες, πάντα μαθαίνεις,
Τώρα που έπαθες - πόσα παθαίνεις!
Τώρα που τρέχεις και δεν προφταίνεις
Τώρα σε πείσανε και περιμένεις…
Τώρα σου τάξανε και συ σωπαίνεις!

Τώρα που στέγνωσαν δάκρυα και χώματα
κι όλα τριγύρω σου μαύρα τα χρώματα!
Τώρα το βλέμμα σου όπου κι αν γέρνεις
θλίψη, απόγνωση και φρίκη παίρνεις!
Τώρα τα σούρουπα χλωμά καράβια
οι μέρες άψυχες, βουβά τα βράδια…
Τώρα σε πείσανε και συ προσμένεις…
Τώρα σου τάξανε και συ σωπαίνεις!

Τώρα που μίλησαν νεκροί κι αγάλματα
κι είπανε τόσα και τόσα πράγματα
τόσα που απόρησαν κι οι ξένες χώρες
μετρώντας όλεθρο και νεκροφόρες!
Τώρα που μαύρισαν ιερές κολώνες
παγκόσμια σύμβολα μες στους αιώνες…
Τώρα σου δίνουνε και συ τα παίρνεις…
φρίκη και όλεθρο μ’ ευρώ ξεπλένεις…
Τώρα σου δώσανε και συ σωπαίνεις!

Πύρινος άνεμος, λαίμαργες φλόγες
κάψαν τ’ ανάκλιντρο και τις πυρόγες
που σε ταξίδευαν στα καφενεία
-σχολεία ράθυμα δίχως θρανία… -
Τώρα που έπαθες – τώρα μαθαίνεις
πως πάντα εσύ χαμένος βγαίνεις!
Τώρα στ’ αλήθεια καταλαβαίνεις
πως είναι λάθος σου, το να σωπαίνεις;

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2007

Είδα και οίδα

Είδα το δάκρυ με το ψέμα αγκαλιά
ν’ ανηφορίζουν την Οδό Αναλγησίας,
είδα τα τρένα με τα λόγια τα παχιά
να σταματάνε στο Σταθμό Υποκρισίας.

Ξεθωριασμένες, είδα, άμαξες παλιές
με υποσχέσεις και διλήμματα γεμάτες,
είδα να παίζονται παιχνίδια - αρμαθιές
πάνω στον όλεθρο, στη φρίκη και στις στάχτες.

Είδα σε μια άκρη τη συγγνώμη μοναχή
χωρίς κανένας να της δίνει σημασία
και τη διαφάνεια κλεισμένη στο κελί
με δεσμοφύλακά της την αλαζονεία.

Είδα στης Θέμιδος τον ιερό ναό
άγιες αξίες στο σταυρό να τις καρφώνουν,
μπαταρισμένο παραδίπλα το ζυγό…
με τα ευρώ το δίκαιο να εξαργυρώνουν.

Είδα τα πάθη της σαρκός και του μυαλού
χορό να στήνουν στην Πλατεία Αναισθησίας,
την ταπεινότητα, στο βασικό μενού
και τη σεμνότητα, σε δείπνο πανδαισίας.

Είδα και σένανε λαέ να ξενυχτάς
στο χαζοκούτι διαρκώς να παίρνεις μάτι
και λίγο – λίγο άθελά σου να ρουφάς
τον εθισμό με το ποτό του Μιθριδάτη.

Είδα και οίδα όσα πρόκειται να δω
κι όμως τα ίδια τον κερνώ τον εαυτό μου…
και αν το αύριο, του χτες θα ’ναι καρμπόν,
είναι το φταίξιμο ολότελα δικό μου!

Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2007

Εκεί σε θέλω φίλε μου

Εκεί που η μέρα συναντά
το μουχρωμένο δείλι
και το φεγγάρι αργυρό
στον ουρανό καντήλι
κι ο ήλιος κατακόκκινος
χάνεται και δε βγαίνει,
εκεί που κλείνει η ζωή
τα μάτια της και γέρνει
και το σκοτάδι βασιλιάς
με στέμμα του εν’ αστέρι,
εκεί σε θέλω φίλε μου
να μου κρατάς το χέρι…

Γιατί έχει ο πόνος το καρφί
έχει σφυρί κι αμόνι
και φυσερό, μες στη φωτιά
σε ρίχνει και σε λειώνει,
τσακίζει σου τα κόκκαλα
το αίμα στο παγώνει…
Εκεί σε θέλω φίλε μου
αφέντη και τελώνη
να σταματήσεις τα βουνά
πίσω να τα γυρίσεις
να τα ποτίσεις θάλασσες
μη τη φωτιά και σβήσεις
μη και στερέψει ο ποταμός,
στομώσει το μαχαίρι…
Εκεί σε θέλω φίλε μου
να μου κρατάς το χέρι…

(Στον φίλο που έχασε τη μάχη...)

Κυριακή 5 Αυγούστου 2007

Λαθραία όνειρα

Αδύναμοι οι στίχοι κοντομάνικοι
ξεκούμπωτα πουκάμισα τα λόγια,
λαθραία όνειρα σέρνουν μιαν άνοιξη
σ’ ανήλιαγα στενάχωρα υπόγεια!

Ξυπόλητα, φοράν καπέλα ψάθινα,
τον ήλιο με το ζόρι τον τραβάνε
και καίγονται τα χέρια τους τ’ αγκάθινα
στης Δύσης τ’ όνειρο σαν ακουμπάνε!

Παράθυρα κλειστά! Στα σαπιοκάραβα
λαθραία όνειρα κρυφοκοιτάνε...
Δουλέμπορους και μανιασμένες θάλασσες
κολάρο στο λαιμό τους τα φοράνε.

Πληρώνουν όσο κι όσο για το «αύριο»
να πιάσουν της Ελπίδας τ’ Ακρωτήρι
ακόμα κι αν αυτό είναι το «Λαύριο»
κι ας είναι προσφυγιάς πικρό ποτήρι.

Και να οι ευκαιρίες! Τις αρπάζουνε
γραβάτες ριγωτές, σινιέ κουστούμια...
τη δίψα και την πείνα την τρατάρουνε
ρακόμελο και συριανά λουκούμια.

Και να στα τελωνεία! Συνωστίζονται,
εκτός συνόρων στήνουν «αλυσίδες»
και κάποιοι, μες στο χτες, οραματίζονται
χαμένες και αλύτρωτες πατρίδες.

Και συ κίτρινο φύλλο στα λασπόνερα
κρατάς στην αγκαλιά σου τους βοριάδες
με διψασμένα άλογα τους πόθους σου
καλπάζεις στου ονείρου τις πεδιάδες.

Λαθραία όνειρα πάνω στα κύματα...
χαράς τον που αντίκρυ θα περάσει
να δούμε ποιος ο θύτης, ποια τα θύματα
και ποιος την τράπουλα, στο τέλος θα μοιράσει.

Κυριακή 8 Ιουλίου 2007

Λιγόστεψαν

Λιγόστεψαν τα ξύλινα παράθυρα,
λιγότερο το φως μπαίνει στα σπίτια
και συ πολιτισμέ μοιράζεις λάφυρα
κλεμμένα απ’ της προόδου τα τερτίπια.

Μια ματωμένη κουρελού, η χλαίνη σου,
τα επίχρυσα κουμπιά της σε θαμπώνουν
ο αργαλειός, το υφάδι και το χτένι σου
με τη φωτιά τη φρίκη μαστιγώνουν.

Λιγόστεψαν τ’ αθώα συναισθήματα,
ξενέρωτα ψελλίζουμε τραγούδια,
παγκόσμιας εστίας στρατηγήματα
μας θέλουν στρατιωτάκια – αγγελούδια!

Λιγόστεψαν το θάρρος και τα «όχι» μας,
τα λόγια μας βουβά και φοβισμένα,
σκουρόχρωμα αμπέχονα οι πόθοι μας
με κάλπικες αξίες κεντημένα.

Λιγόστεψαν ιδανικά κι οράματα
κι ο σεβασμός στη Μάνα μας τη Φύση,
το πιο μεγάλο θα ’ναι από τα θαύματα
το καθαρό νερό σε κάποια βρύση!

Λιγόστεψαν και γίναν δυσκολότερα
τα ύστερα ετούτου του αιώνα,
τα καλοκαίρια όλο περισσότερα
φορέματα φοράνε του χειμώνα!

Πολιτισμέ στη μαύρη ταμπακέρα σου
τα μπακιρένια σου τσιγάρα μας μεθάνε,
αλλού πλατάνια μοιάζουνε τα χέρια σου
κι αλλού δρεπάνια – θάνατο – σκορπάνε.

Αλχημιστή πολιτισμέ μου κάλπικε,
λαθρέμπορο καΐκι μεθυσμένο,
θε να ’ρθει «νέο κύμα» κάποτε
στα βράχια να σ’ αφήσει τσακισμένο!

Κυριακή 24 Ιουνίου 2007

Στις μεγάλες πόλεις

Πρόσωπα ανέκφραστα
βλέμματα θλιμμένα
φύλλα μαραμένα
μελαγχολικά.

Πρόσωπα αδιάφορα,
καλωδιωμένα,
μοιάζουν θυμωμένα
κι είναι βιαστικά.

Ούτ’ ένα χαμόγελο,
μία καλημέρα,
από μέσα η βέρα
γράφει μοναξιά.

Καθημερινότητα
μποτιλιαρισμένη
μοιάζει αγχωμένη,
γκρίζα πινελιά.

Καθημερινότητα
μακιγιαρισμένη
θόρυβο ντυμένη,
ψεύτικα φιλιά.

Άνθρωποι αμίλητοι
στα υπόγεια τρένα
χέρια γαντζωμένα
στις χειρολαβές.

Στοιβαγμένα όνειρα
πόθους φορτωμένα,
μάτια νυσταγμένα
τρέχουν στις γραμμές.

Νευρικά στριγκλίζουνε
στις στροφές τα φρένα,
πάμε για το τέρμα
γι’ άλλες διαδρομές.

Στις μεγάλες πόλεις
πιο γοργά τα βήματα,
"λάιτ" συναισθήματα
πιο πολύ το στρες.

Στις μεγάλες πόλεις
το παιχνίδι άγριο,
άχρωμο το αύριο
ίδιο με το χτες!
 
Locations of visitors to this page