Τώρα που είδες και τι δεν είδες!
Πύρινες, κίτρινες, μαύρες σελίδες
Τώρα που γνώρισες, τώρα που ξέρεις
Τώρα που έμαθες, πάντα μαθαίνεις,
Τώρα που έπαθες - πόσα παθαίνεις!
Τώρα που τρέχεις και δεν προφταίνεις
Τώρα σε πείσανε και περιμένεις…
Τώρα σου τάξανε και συ σωπαίνεις!
Τώρα που στέγνωσαν δάκρυα και χώματα
κι όλα τριγύρω σου μαύρα τα χρώματα!
Τώρα το βλέμμα σου όπου κι αν γέρνεις
θλίψη, απόγνωση και φρίκη παίρνεις!
Τώρα τα σούρουπα χλωμά καράβια
οι μέρες άψυχες, βουβά τα βράδια…
Τώρα σε πείσανε και συ προσμένεις…
Τώρα σου τάξανε και συ σωπαίνεις!
Τώρα που μίλησαν νεκροί κι αγάλματα
κι είπανε τόσα και τόσα πράγματα
τόσα που απόρησαν κι οι ξένες χώρες
μετρώντας όλεθρο και νεκροφόρες!
Τώρα που μαύρισαν ιερές κολώνες
παγκόσμια σύμβολα μες στους αιώνες…
Τώρα σου δίνουνε και συ τα παίρνεις…
φρίκη και όλεθρο μ’ ευρώ ξεπλένεις…
Τώρα σου δώσανε και συ σωπαίνεις!
Πύρινος άνεμος, λαίμαργες φλόγες
κάψαν τ’ ανάκλιντρο και τις πυρόγες
που σε ταξίδευαν στα καφενεία
-σχολεία ράθυμα δίχως θρανία… -
Τώρα που έπαθες – τώρα μαθαίνεις
πως πάντα εσύ χαμένος βγαίνεις!
Τώρα στ’ αλήθεια καταλαβαίνεις
πως είναι λάθος σου, το να σωπαίνεις;
Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2007
Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2007
Είδα και οίδα
Είδα το δάκρυ με το ψέμα αγκαλιά
ν’ ανηφορίζουν την Οδό Αναλγησίας,
είδα τα τρένα με τα λόγια τα παχιά
να σταματάνε στο Σταθμό Υποκρισίας.
Ξεθωριασμένες, είδα, άμαξες παλιές
με υποσχέσεις και διλήμματα γεμάτες,
είδα να παίζονται παιχνίδια - αρμαθιές
πάνω στον όλεθρο, στη φρίκη και στις στάχτες.
Είδα σε μια άκρη τη συγγνώμη μοναχή
χωρίς κανένας να της δίνει σημασία
και τη διαφάνεια κλεισμένη στο κελί
με δεσμοφύλακά της την αλαζονεία.
Είδα στης Θέμιδος τον ιερό ναό
άγιες αξίες στο σταυρό να τις καρφώνουν,
μπαταρισμένο παραδίπλα το ζυγό…
με τα ευρώ το δίκαιο να εξαργυρώνουν.
Είδα τα πάθη της σαρκός και του μυαλού
χορό να στήνουν στην Πλατεία Αναισθησίας,
την ταπεινότητα, στο βασικό μενού
και τη σεμνότητα, σε δείπνο πανδαισίας.
Είδα και σένανε λαέ να ξενυχτάς
στο χαζοκούτι διαρκώς να παίρνεις μάτι
και λίγο – λίγο άθελά σου να ρουφάς
τον εθισμό με το ποτό του Μιθριδάτη.
Είδα και οίδα όσα πρόκειται να δω
κι όμως τα ίδια τον κερνώ τον εαυτό μου…
και αν το αύριο, του χτες θα ’ναι καρμπόν,
είναι το φταίξιμο ολότελα δικό μου!
ν’ ανηφορίζουν την Οδό Αναλγησίας,
είδα τα τρένα με τα λόγια τα παχιά
να σταματάνε στο Σταθμό Υποκρισίας.
Ξεθωριασμένες, είδα, άμαξες παλιές
με υποσχέσεις και διλήμματα γεμάτες,
είδα να παίζονται παιχνίδια - αρμαθιές
πάνω στον όλεθρο, στη φρίκη και στις στάχτες.
Είδα σε μια άκρη τη συγγνώμη μοναχή
χωρίς κανένας να της δίνει σημασία
και τη διαφάνεια κλεισμένη στο κελί
με δεσμοφύλακά της την αλαζονεία.
Είδα στης Θέμιδος τον ιερό ναό
άγιες αξίες στο σταυρό να τις καρφώνουν,
μπαταρισμένο παραδίπλα το ζυγό…
με τα ευρώ το δίκαιο να εξαργυρώνουν.
Είδα τα πάθη της σαρκός και του μυαλού
χορό να στήνουν στην Πλατεία Αναισθησίας,
την ταπεινότητα, στο βασικό μενού
και τη σεμνότητα, σε δείπνο πανδαισίας.
Είδα και σένανε λαέ να ξενυχτάς
στο χαζοκούτι διαρκώς να παίρνεις μάτι
και λίγο – λίγο άθελά σου να ρουφάς
τον εθισμό με το ποτό του Μιθριδάτη.
Είδα και οίδα όσα πρόκειται να δω
κι όμως τα ίδια τον κερνώ τον εαυτό μου…
και αν το αύριο, του χτες θα ’ναι καρμπόν,
είναι το φταίξιμο ολότελα δικό μου!
Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2007
Εκεί σε θέλω φίλε μου
Εκεί που η μέρα συναντά
το μουχρωμένο δείλι
και το φεγγάρι αργυρό
στον ουρανό καντήλι
κι ο ήλιος κατακόκκινος
χάνεται και δε βγαίνει,
εκεί που κλείνει η ζωή
τα μάτια της και γέρνει
και το σκοτάδι βασιλιάς
με στέμμα του εν’ αστέρι,
εκεί σε θέλω φίλε μου
να μου κρατάς το χέρι…
Γιατί έχει ο πόνος το καρφί
έχει σφυρί κι αμόνι
και φυσερό, μες στη φωτιά
σε ρίχνει και σε λειώνει,
τσακίζει σου τα κόκκαλα
το αίμα στο παγώνει…
Εκεί σε θέλω φίλε μου
αφέντη και τελώνη
να σταματήσεις τα βουνά
πίσω να τα γυρίσεις
να τα ποτίσεις θάλασσες
μη τη φωτιά και σβήσεις
μη και στερέψει ο ποταμός,
στομώσει το μαχαίρι…
Εκεί σε θέλω φίλε μου
να μου κρατάς το χέρι…
(Στον φίλο που έχασε τη μάχη...)
το μουχρωμένο δείλι
και το φεγγάρι αργυρό
στον ουρανό καντήλι
κι ο ήλιος κατακόκκινος
χάνεται και δε βγαίνει,
εκεί που κλείνει η ζωή
τα μάτια της και γέρνει
και το σκοτάδι βασιλιάς
με στέμμα του εν’ αστέρι,
εκεί σε θέλω φίλε μου
να μου κρατάς το χέρι…
Γιατί έχει ο πόνος το καρφί
έχει σφυρί κι αμόνι
και φυσερό, μες στη φωτιά
σε ρίχνει και σε λειώνει,
τσακίζει σου τα κόκκαλα
το αίμα στο παγώνει…
Εκεί σε θέλω φίλε μου
αφέντη και τελώνη
να σταματήσεις τα βουνά
πίσω να τα γυρίσεις
να τα ποτίσεις θάλασσες
μη τη φωτιά και σβήσεις
μη και στερέψει ο ποταμός,
στομώσει το μαχαίρι…
Εκεί σε θέλω φίλε μου
να μου κρατάς το χέρι…
(Στον φίλο που έχασε τη μάχη...)
Κυριακή 5 Αυγούστου 2007
Λαθραία όνειρα
Αδύναμοι οι στίχοι κοντομάνικοι
ξεκούμπωτα πουκάμισα τα λόγια,
λαθραία όνειρα σέρνουν μιαν άνοιξη
σ’ ανήλιαγα στενάχωρα υπόγεια!
Ξυπόλητα, φοράν καπέλα ψάθινα,
τον ήλιο με το ζόρι τον τραβάνε
και καίγονται τα χέρια τους τ’ αγκάθινα
στης Δύσης τ’ όνειρο σαν ακουμπάνε!
Παράθυρα κλειστά! Στα σαπιοκάραβα
λαθραία όνειρα κρυφοκοιτάνε...
Δουλέμπορους και μανιασμένες θάλασσες
κολάρο στο λαιμό τους τα φοράνε.
Πληρώνουν όσο κι όσο για το «αύριο»
να πιάσουν της Ελπίδας τ’ Ακρωτήρι
ακόμα κι αν αυτό είναι το «Λαύριο»
κι ας είναι προσφυγιάς πικρό ποτήρι.
Και να οι ευκαιρίες! Τις αρπάζουνε
γραβάτες ριγωτές, σινιέ κουστούμια...
τη δίψα και την πείνα την τρατάρουνε
ρακόμελο και συριανά λουκούμια.
Και να στα τελωνεία! Συνωστίζονται,
εκτός συνόρων στήνουν «αλυσίδες»
και κάποιοι, μες στο χτες, οραματίζονται
χαμένες και αλύτρωτες πατρίδες.
Και συ κίτρινο φύλλο στα λασπόνερα
κρατάς στην αγκαλιά σου τους βοριάδες
με διψασμένα άλογα τους πόθους σου
καλπάζεις στου ονείρου τις πεδιάδες.
Λαθραία όνειρα πάνω στα κύματα...
χαράς τον που αντίκρυ θα περάσει
να δούμε ποιος ο θύτης, ποια τα θύματα
και ποιος την τράπουλα, στο τέλος θα μοιράσει.
ξεκούμπωτα πουκάμισα τα λόγια,
λαθραία όνειρα σέρνουν μιαν άνοιξη
σ’ ανήλιαγα στενάχωρα υπόγεια!
Ξυπόλητα, φοράν καπέλα ψάθινα,
τον ήλιο με το ζόρι τον τραβάνε
και καίγονται τα χέρια τους τ’ αγκάθινα
στης Δύσης τ’ όνειρο σαν ακουμπάνε!
Παράθυρα κλειστά! Στα σαπιοκάραβα
λαθραία όνειρα κρυφοκοιτάνε...
Δουλέμπορους και μανιασμένες θάλασσες
κολάρο στο λαιμό τους τα φοράνε.
Πληρώνουν όσο κι όσο για το «αύριο»
να πιάσουν της Ελπίδας τ’ Ακρωτήρι
ακόμα κι αν αυτό είναι το «Λαύριο»
κι ας είναι προσφυγιάς πικρό ποτήρι.
Και να οι ευκαιρίες! Τις αρπάζουνε
γραβάτες ριγωτές, σινιέ κουστούμια...
τη δίψα και την πείνα την τρατάρουνε
ρακόμελο και συριανά λουκούμια.
Και να στα τελωνεία! Συνωστίζονται,
εκτός συνόρων στήνουν «αλυσίδες»
και κάποιοι, μες στο χτες, οραματίζονται
χαμένες και αλύτρωτες πατρίδες.
Και συ κίτρινο φύλλο στα λασπόνερα
κρατάς στην αγκαλιά σου τους βοριάδες
με διψασμένα άλογα τους πόθους σου
καλπάζεις στου ονείρου τις πεδιάδες.
Λαθραία όνειρα πάνω στα κύματα...
χαράς τον που αντίκρυ θα περάσει
να δούμε ποιος ο θύτης, ποια τα θύματα
και ποιος την τράπουλα, στο τέλος θα μοιράσει.
Κυριακή 8 Ιουλίου 2007
Λιγόστεψαν
Λιγόστεψαν τα ξύλινα παράθυρα,
λιγότερο το φως μπαίνει στα σπίτια
και συ πολιτισμέ μοιράζεις λάφυρα
κλεμμένα απ’ της προόδου τα τερτίπια.
Μια ματωμένη κουρελού, η χλαίνη σου,
τα επίχρυσα κουμπιά της σε θαμπώνουν
ο αργαλειός, το υφάδι και το χτένι σου
με τη φωτιά τη φρίκη μαστιγώνουν.
Λιγόστεψαν τ’ αθώα συναισθήματα,
ξενέρωτα ψελλίζουμε τραγούδια,
παγκόσμιας εστίας στρατηγήματα
μας θέλουν στρατιωτάκια – αγγελούδια!
Λιγόστεψαν το θάρρος και τα «όχι» μας,
τα λόγια μας βουβά και φοβισμένα,
σκουρόχρωμα αμπέχονα οι πόθοι μας
με κάλπικες αξίες κεντημένα.
Λιγόστεψαν ιδανικά κι οράματα
κι ο σεβασμός στη Μάνα μας τη Φύση,
το πιο μεγάλο θα ’ναι από τα θαύματα
το καθαρό νερό σε κάποια βρύση!
Λιγόστεψαν και γίναν δυσκολότερα
τα ύστερα ετούτου του αιώνα,
τα καλοκαίρια όλο περισσότερα
φορέματα φοράνε του χειμώνα!
Πολιτισμέ στη μαύρη ταμπακέρα σου
τα μπακιρένια σου τσιγάρα μας μεθάνε,
αλλού πλατάνια μοιάζουνε τα χέρια σου
κι αλλού δρεπάνια – θάνατο – σκορπάνε.
Αλχημιστή πολιτισμέ μου κάλπικε,
λαθρέμπορο καΐκι μεθυσμένο,
θε να ’ρθει «νέο κύμα» κάποτε
στα βράχια να σ’ αφήσει τσακισμένο!
λιγότερο το φως μπαίνει στα σπίτια
και συ πολιτισμέ μοιράζεις λάφυρα
κλεμμένα απ’ της προόδου τα τερτίπια.
Μια ματωμένη κουρελού, η χλαίνη σου,
τα επίχρυσα κουμπιά της σε θαμπώνουν
ο αργαλειός, το υφάδι και το χτένι σου
με τη φωτιά τη φρίκη μαστιγώνουν.
Λιγόστεψαν τ’ αθώα συναισθήματα,
ξενέρωτα ψελλίζουμε τραγούδια,
παγκόσμιας εστίας στρατηγήματα
μας θέλουν στρατιωτάκια – αγγελούδια!
Λιγόστεψαν το θάρρος και τα «όχι» μας,
τα λόγια μας βουβά και φοβισμένα,
σκουρόχρωμα αμπέχονα οι πόθοι μας
με κάλπικες αξίες κεντημένα.
Λιγόστεψαν ιδανικά κι οράματα
κι ο σεβασμός στη Μάνα μας τη Φύση,
το πιο μεγάλο θα ’ναι από τα θαύματα
το καθαρό νερό σε κάποια βρύση!
Λιγόστεψαν και γίναν δυσκολότερα
τα ύστερα ετούτου του αιώνα,
τα καλοκαίρια όλο περισσότερα
φορέματα φοράνε του χειμώνα!
Πολιτισμέ στη μαύρη ταμπακέρα σου
τα μπακιρένια σου τσιγάρα μας μεθάνε,
αλλού πλατάνια μοιάζουνε τα χέρια σου
κι αλλού δρεπάνια – θάνατο – σκορπάνε.
Αλχημιστή πολιτισμέ μου κάλπικε,
λαθρέμπορο καΐκι μεθυσμένο,
θε να ’ρθει «νέο κύμα» κάποτε
στα βράχια να σ’ αφήσει τσακισμένο!
Κυριακή 24 Ιουνίου 2007
Στις μεγάλες πόλεις
Πρόσωπα ανέκφραστα
βλέμματα θλιμμένα
φύλλα μαραμένα
μελαγχολικά.
Πρόσωπα αδιάφορα,
καλωδιωμένα,
μοιάζουν θυμωμένα
κι είναι βιαστικά.
Ούτ’ ένα χαμόγελο,
μία καλημέρα,
από μέσα η βέρα
γράφει μοναξιά.
Καθημερινότητα
μποτιλιαρισμένη
μοιάζει αγχωμένη,
γκρίζα πινελιά.
Καθημερινότητα
μακιγιαρισμένη
θόρυβο ντυμένη,
ψεύτικα φιλιά.
Άνθρωποι αμίλητοι
στα υπόγεια τρένα
χέρια γαντζωμένα
στις χειρολαβές.
Στοιβαγμένα όνειρα
πόθους φορτωμένα,
μάτια νυσταγμένα
τρέχουν στις γραμμές.
Νευρικά στριγκλίζουνε
στις στροφές τα φρένα,
πάμε για το τέρμα
γι’ άλλες διαδρομές.
Στις μεγάλες πόλεις
πιο γοργά τα βήματα,
"λάιτ" συναισθήματα
πιο πολύ το στρες.
Στις μεγάλες πόλεις
το παιχνίδι άγριο,
άχρωμο το αύριο
ίδιο με το χτες!
βλέμματα θλιμμένα
φύλλα μαραμένα
μελαγχολικά.
Πρόσωπα αδιάφορα,
καλωδιωμένα,
μοιάζουν θυμωμένα
κι είναι βιαστικά.
Ούτ’ ένα χαμόγελο,
μία καλημέρα,
από μέσα η βέρα
γράφει μοναξιά.
Καθημερινότητα
μποτιλιαρισμένη
μοιάζει αγχωμένη,
γκρίζα πινελιά.
Καθημερινότητα
μακιγιαρισμένη
θόρυβο ντυμένη,
ψεύτικα φιλιά.
Άνθρωποι αμίλητοι
στα υπόγεια τρένα
χέρια γαντζωμένα
στις χειρολαβές.
Στοιβαγμένα όνειρα
πόθους φορτωμένα,
μάτια νυσταγμένα
τρέχουν στις γραμμές.
Νευρικά στριγκλίζουνε
στις στροφές τα φρένα,
πάμε για το τέρμα
γι’ άλλες διαδρομές.
Στις μεγάλες πόλεις
πιο γοργά τα βήματα,
"λάιτ" συναισθήματα
πιο πολύ το στρες.
Στις μεγάλες πόλεις
το παιχνίδι άγριο,
άχρωμο το αύριο
ίδιο με το χτες!
Κυριακή 17 Ιουνίου 2007
Το παράθυρο
Εν’ απ’ τα «παράθυρα» είμαι του Καβάφη
τηλεο-παράθυρο, λέγε με δυνάστη,
όπου μυαλοπώληδες τηλεο-αστέρες
τα απωθημένα τους βγάζουν στους αιθέρες.
Όλοι μ’ απεχθάνονται κι όλοι με ζητάνε
τίμημα πληρώνουνε όσο κι όσο να’ ναι
γιατί έχω δύναμη, περισσή σαγήνη,
θε να στροβιλίζονται στη δική μου δίνη.
Ειμ’ ένα παράθυρο της νομοθεσίας
παρανόμων το «χαρτί» και της εξουσίας.
Ειμ’ ένα παράθυρο κάποιου λεωφορείου
τρένου, αερόπλανου, φιλιστρίνι πλοίου
που γνωρίζω συνεχώς νέους ταξιδιώτες
άνθρωπους μοναχικούς, εραστές κι ιππότες.
Ειμ’ ένα παράθυρο φυλακής φεγγίτης
που με ερωτεύτηκε ζήτουλας σπουργίτης
κι έρχεται βράδυ – πρωί με φιλάει και φεύγει
Θεέ μου ο κατάδικος πόσο τον ζηλεύει!
Ειμ’ ένα παράθυρο, ξενιτιάς καρτέρι,
τον ξενιτεμένο γιο μάνας που θα φέρει.
Ειμ’ ένα παράθυρο εις τη νέα «τάξη»
στο κομπιούτερ, στο σχολειό και στου νου τη λάμψη
κι αναλόγως πώς κοιτάς, μέσα ή απ’ έξω,
θα σου δώσω πράγματα μα και θα σου κλέψω.
Άνοιξ’ το παράθυρο φως να μπει και ήλιος
γι’ άλλους είμαι ο εχθρός, γι’ άλλους είμαι φίλος.
Κλείσε το παράθυρο. Έρωτες και ζήλιες...
Ξέρω πως κρυφοκοιτάς πίσω από τις γρίλιες.
Κοίταξε τα γυάλινα τα μοντέρνα κτήρια
και τον κόσμο σκέψου τον δίχως παραθύρια!
Φίλε τα παράθυρα είναι αναγκαία
για να φεύγουν τα «παλιά», να ’ρχονται τα «νέα»!
τηλεο-παράθυρο, λέγε με δυνάστη,
όπου μυαλοπώληδες τηλεο-αστέρες
τα απωθημένα τους βγάζουν στους αιθέρες.
Όλοι μ’ απεχθάνονται κι όλοι με ζητάνε
τίμημα πληρώνουνε όσο κι όσο να’ ναι
γιατί έχω δύναμη, περισσή σαγήνη,
θε να στροβιλίζονται στη δική μου δίνη.
Ειμ’ ένα παράθυρο της νομοθεσίας
παρανόμων το «χαρτί» και της εξουσίας.
Ειμ’ ένα παράθυρο κάποιου λεωφορείου
τρένου, αερόπλανου, φιλιστρίνι πλοίου
που γνωρίζω συνεχώς νέους ταξιδιώτες
άνθρωπους μοναχικούς, εραστές κι ιππότες.
Ειμ’ ένα παράθυρο φυλακής φεγγίτης
που με ερωτεύτηκε ζήτουλας σπουργίτης
κι έρχεται βράδυ – πρωί με φιλάει και φεύγει
Θεέ μου ο κατάδικος πόσο τον ζηλεύει!
Ειμ’ ένα παράθυρο, ξενιτιάς καρτέρι,
τον ξενιτεμένο γιο μάνας που θα φέρει.
Ειμ’ ένα παράθυρο εις τη νέα «τάξη»
στο κομπιούτερ, στο σχολειό και στου νου τη λάμψη
κι αναλόγως πώς κοιτάς, μέσα ή απ’ έξω,
θα σου δώσω πράγματα μα και θα σου κλέψω.
Άνοιξ’ το παράθυρο φως να μπει και ήλιος
γι’ άλλους είμαι ο εχθρός, γι’ άλλους είμαι φίλος.
Κλείσε το παράθυρο. Έρωτες και ζήλιες...
Ξέρω πως κρυφοκοιτάς πίσω από τις γρίλιες.
Κοίταξε τα γυάλινα τα μοντέρνα κτήρια
και τον κόσμο σκέψου τον δίχως παραθύρια!
Φίλε τα παράθυρα είναι αναγκαία
για να φεύγουν τα «παλιά», να ’ρχονται τα «νέα»!
Κυριακή 10 Ιουνίου 2007
Οίστρος
Κι αν είσαι αγριολούλουδο
σ’ενός γκρεμού την άκρη
θε να ΄ρθει αγέρι να σε βρει
θε να σε κάνει δάκρυ!
Κι αν είσαι ανθός πορτοκαλιάς,
έλατο ή θυμάρι,
μέλισσα θα ΄ρθει να σε πιει,
σύννεφο θα σε πάρει.
Κάνει κεντρί τα λόγια σου
τ’αγκάθια κάνει βέλη
φτιάχνει τα φύλλα σου κερί
και τους χυμούς σου μέλι!
Μα συ ΄σαι άστρο λιόκαλο
εν’ασημί φεγγάρι
δοξάρι είσαι και κλωστή
στα χέρια ενός λυράρη.
Σε πίνει η λύρα και μεθά
και ο νους παθαίνει ζάλη
και τότε γίνεσαι χορός
σούστα και πεντοζάλη!
Περιστεριώνας γίνεσαι,
κυπαρισσένια χέρια
κερνάς τα λόγια σου φωτιά
και λιώνεις τα μαχαίρια
Στο βράχο φάρος στέκεσαι,
στην έρημο ελπίδα
ξενιτεμένου αποθυμιά
του ναυαγού σανίδα!
Και μοιάζω εγώ ξερολιθιά
και διψασμένο χώμα
και συ μια άνοιξη να πιω
να βγάλω το χειμώνα!
σ’ενός γκρεμού την άκρη
θε να ΄ρθει αγέρι να σε βρει
θε να σε κάνει δάκρυ!
Κι αν είσαι ανθός πορτοκαλιάς,
έλατο ή θυμάρι,
μέλισσα θα ΄ρθει να σε πιει,
σύννεφο θα σε πάρει.
Κάνει κεντρί τα λόγια σου
τ’αγκάθια κάνει βέλη
φτιάχνει τα φύλλα σου κερί
και τους χυμούς σου μέλι!
Μα συ ΄σαι άστρο λιόκαλο
εν’ασημί φεγγάρι
δοξάρι είσαι και κλωστή
στα χέρια ενός λυράρη.
Σε πίνει η λύρα και μεθά
και ο νους παθαίνει ζάλη
και τότε γίνεσαι χορός
σούστα και πεντοζάλη!
Περιστεριώνας γίνεσαι,
κυπαρισσένια χέρια
κερνάς τα λόγια σου φωτιά
και λιώνεις τα μαχαίρια
Στο βράχο φάρος στέκεσαι,
στην έρημο ελπίδα
ξενιτεμένου αποθυμιά
του ναυαγού σανίδα!
Και μοιάζω εγώ ξερολιθιά
και διψασμένο χώμα
και συ μια άνοιξη να πιω
να βγάλω το χειμώνα!
Κυριακή 3 Ιουνίου 2007
Η μεγάλη έξοδος
Η νύχτα κόλλησε στο παράθυρο της ψυχής του
κι ο μικρός φεγγίτης της ελπίδας έκλεισε.
Το εκκρεμές του χρόνου έπαψε να φλερτάρει μαζί του
και οι άυλες μαριονέτες της σκέψης σταμάτησαν να χορεύουν.
Η βελόνα σκάλωσε στην πέμπτη στροφή της ύπαρξής του
και στη μήτρα του χάους, περιγελώντας το θάνατο
αυτοθέλητα χάθηκε!
Η μικρή Διοτίμα,
του Απρίλη τα χρώματα,
το κυνήγι της γνώσης,
δυνατά συναισθήματα,
στη ζωή δεν τον κράτησαν!
Η λευκή άμαξα της ιατρικής επιστήμης
το μυστήριο έλυσε.
Έμμονες ιδέες ήταν η διάγνωση.
Ο Εμπεδοκλής και η Γκέμμα φταίνε
διαφώνησαν μαθητές του και φίλοι του.
Διχασμένες οι γνώμες μπλέχτηκαν στις μυλόπετρες
των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης.
Κι ο χαλκός, ασπρομάλλης, παντεπόπτης Ταΰγετος
με δειράδες ανάρριχτες και ακρώρειες απάτητες
φωτερός και αγέρωχος με γαλήνιο πικρόγελο
όσα είδε κι άκουσε
κάπως έτσι κελάρυζε:
«Καθώς θα κοιτάς το μηδέν στα μάτια,
δύνεσαι να μην αποκαρτερήσεις;»
Αποκρίθηκε - «Ναι» - και ατάραχος
τη Μεγάλη την Πύλη, το χάσμα του χάους,
αυτοθέλητα διάβηκε!
κι ο μικρός φεγγίτης της ελπίδας έκλεισε.
Το εκκρεμές του χρόνου έπαψε να φλερτάρει μαζί του
και οι άυλες μαριονέτες της σκέψης σταμάτησαν να χορεύουν.
Η βελόνα σκάλωσε στην πέμπτη στροφή της ύπαρξής του
και στη μήτρα του χάους, περιγελώντας το θάνατο
αυτοθέλητα χάθηκε!
Η μικρή Διοτίμα,
του Απρίλη τα χρώματα,
το κυνήγι της γνώσης,
δυνατά συναισθήματα,
στη ζωή δεν τον κράτησαν!
Η λευκή άμαξα της ιατρικής επιστήμης
το μυστήριο έλυσε.
Έμμονες ιδέες ήταν η διάγνωση.
Ο Εμπεδοκλής και η Γκέμμα φταίνε
διαφώνησαν μαθητές του και φίλοι του.
Διχασμένες οι γνώμες μπλέχτηκαν στις μυλόπετρες
των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης.
Κι ο χαλκός, ασπρομάλλης, παντεπόπτης Ταΰγετος
με δειράδες ανάρριχτες και ακρώρειες απάτητες
φωτερός και αγέρωχος με γαλήνιο πικρόγελο
όσα είδε κι άκουσε
κάπως έτσι κελάρυζε:
«Καθώς θα κοιτάς το μηδέν στα μάτια,
δύνεσαι να μην αποκαρτερήσεις;»
Αποκρίθηκε - «Ναι» - και ατάραχος
τη Μεγάλη την Πύλη, το χάσμα του χάους,
αυτοθέλητα διάβηκε!
Κυριακή 27 Μαΐου 2007
Στο γκρίζο βάζο των καιρών
Γυμνές οι λέξεις, βροχερές μες στα τραγούδια μας,
οι μελωδίες τους ντυμένες με χειμώνες
και θυμωμένα χαμηλώσανε τα σύννεφα,
τον ήλιο κρύβουνε στους μαύρους τους χιτώνες,
μαζεύουν θύελλες, κυκλώνες και τυφώνες.
Στις τσιμεντένιες γειτονιές παιδιά δεν παίζουνε,
τα μεγαλύτερα «σνομπάρουν» το σχολείο,
οι φοιτητές με τους δασκάλους τους «πορεύονται»,
το πλαστικό τους καταθέτουνε πτυχίο,
της ανεργίας να διαβούνε το πορθμείο.
Κι όλα μυρίζουνε θυμό, πικρό παράπονο,
απογοήτευση σαράντα καρατίων,
την καταντήσανε τσιγκούνα την ελπίδα μας
τα επιτεύγματα των δήθεν αρμοδίων...
γενιά εφτιάξανε «ευρώ εφτακοσίων»!
Στο γκρίζο βάζο των καιρών, συμβάσεις δίμηνες
«φασόν», «παρτ-τάιμ» γίναν όλα μουσαμάδες,
μη και βραχούνε των κερδών τα εισοδήματα,
οι εμιγκρέδες μη και γίνουν αφεντάδες...
μη μεγαλώσουν της οργής οι χαραμάδες!
Μισοσβησμένα αποτσίγαρα τα όνειρα
στα τσακισμένα τους κατάρτια πώς να φτάσεις;
Κλειστές οι πόρτες, τα παράθυρα της άνοιξης
και με κομμένα τα φτερά πώς να πετάξεις
σ’αυτό το γκρίζο ουρανό της «Νέας Τάξης»!
οι μελωδίες τους ντυμένες με χειμώνες
και θυμωμένα χαμηλώσανε τα σύννεφα,
τον ήλιο κρύβουνε στους μαύρους τους χιτώνες,
μαζεύουν θύελλες, κυκλώνες και τυφώνες.
Στις τσιμεντένιες γειτονιές παιδιά δεν παίζουνε,
τα μεγαλύτερα «σνομπάρουν» το σχολείο,
οι φοιτητές με τους δασκάλους τους «πορεύονται»,
το πλαστικό τους καταθέτουνε πτυχίο,
της ανεργίας να διαβούνε το πορθμείο.
Κι όλα μυρίζουνε θυμό, πικρό παράπονο,
απογοήτευση σαράντα καρατίων,
την καταντήσανε τσιγκούνα την ελπίδα μας
τα επιτεύγματα των δήθεν αρμοδίων...
γενιά εφτιάξανε «ευρώ εφτακοσίων»!
Στο γκρίζο βάζο των καιρών, συμβάσεις δίμηνες
«φασόν», «παρτ-τάιμ» γίναν όλα μουσαμάδες,
μη και βραχούνε των κερδών τα εισοδήματα,
οι εμιγκρέδες μη και γίνουν αφεντάδες...
μη μεγαλώσουν της οργής οι χαραμάδες!
Μισοσβησμένα αποτσίγαρα τα όνειρα
στα τσακισμένα τους κατάρτια πώς να φτάσεις;
Κλειστές οι πόρτες, τα παράθυρα της άνοιξης
και με κομμένα τα φτερά πώς να πετάξεις
σ’αυτό το γκρίζο ουρανό της «Νέας Τάξης»!
Κυριακή 20 Μαΐου 2007
Ανήσυχη γαλήνη
Ανήσυχη γαλήνη μες στα μάτια σου
καράβι η σιωπή σου αραγμένο,
θαμπόφωτο χαμόγελο γλυκόπικρο
στα χείλη σου φεγγάρι μουχρωμένο.
Κλεισμένα παραθύρια καγκελόφραχτα,
στις γρίλιες γαντζωμένες απορίες
σωπαίνουν, γράφουν κείμενα μονόπρακτα,
κεντάνε ηχηρές διαμαρτυρίες.
Και είσαι μοναχά δεκαοχτώ
της άνοιξης βελούδινο τραγούδι,
λαθραίο πέπλο – σύννεφ’ ορφανό,
μονόγραμμα στης νιότης σου το χνούδι…
Για δες πολιτισμέ, καρφί στο μάτι σου,
χαλκάδες, τατουάζ και σκουλαρίκια
τα λάθη σου φορτώνανε στην πλάτη σου
αμμόλοφους σπαρμένους αρμυρίκια.
Ολόγυμνες κραυγές, λαθρεπιβάτισσες,
τους φράχτες σου ματώνουν και τους σπάνε
σε μάθανε, «αλήθεια» μες στα «ψέματα»,
τα «πρέπει» μες στα «θέλω» δε χωράνε!
Και είσαι μοναχά δεκαοχτώ
του ήλιου κατακόκκινο στεφάνι,
οι πόθοι σου, πολύχρωμα βιτρό,
παλίρροιες, σε βγάζουνε σεργιάνι.
καράβι η σιωπή σου αραγμένο,
θαμπόφωτο χαμόγελο γλυκόπικρο
στα χείλη σου φεγγάρι μουχρωμένο.
Κλεισμένα παραθύρια καγκελόφραχτα,
στις γρίλιες γαντζωμένες απορίες
σωπαίνουν, γράφουν κείμενα μονόπρακτα,
κεντάνε ηχηρές διαμαρτυρίες.
Και είσαι μοναχά δεκαοχτώ
της άνοιξης βελούδινο τραγούδι,
λαθραίο πέπλο – σύννεφ’ ορφανό,
μονόγραμμα στης νιότης σου το χνούδι…
Για δες πολιτισμέ, καρφί στο μάτι σου,
χαλκάδες, τατουάζ και σκουλαρίκια
τα λάθη σου φορτώνανε στην πλάτη σου
αμμόλοφους σπαρμένους αρμυρίκια.
Ολόγυμνες κραυγές, λαθρεπιβάτισσες,
τους φράχτες σου ματώνουν και τους σπάνε
σε μάθανε, «αλήθεια» μες στα «ψέματα»,
τα «πρέπει» μες στα «θέλω» δε χωράνε!
Και είσαι μοναχά δεκαοχτώ
του ήλιου κατακόκκινο στεφάνι,
οι πόθοι σου, πολύχρωμα βιτρό,
παλίρροιες, σε βγάζουνε σεργιάνι.
Κυριακή 13 Μαΐου 2007
Θέμα χρόνου
Σε κυνηγάω χρόνε και με κυνηγάς,
βάζουμε στοίχημα και πάντα το κερδίζεις...
ελπίδες, όνειρα και πόθους μού πουλάς
και της ζωής μου το πουγκί το ξανεμίζεις.
Σ’ εξαπατάω χρόνε και μ’ εξαπατάς
σ’ ένα στημένο πόκερ προκαθορισμένο,
εσύ στην άμμο μιας κλεψύδρας κολυμπάς,
ενώ εγώ να σε νικήσω επιμένω!
Τα δυο σου χέρια, χρόνε, δείχτες ρολογιού
και το κορμί σου κεχριμπάρι κομπολόι,
την ευτυχία τη χαρίζεις του γιαλού
και ρίχνεις άγκυρα στο κάθε μοιρολόι.
Περνούν τα τρένα φορτωμένα στεναγμούς,
με χωρισμούς, με μισεμούς και με ελπίδες
και συ αφέντης, χρόνε, σ’ όλους τους σταθμούς
τους επιβάτες κυνηγάς σαν μπαταξήδες.
Κι αν κάπου – κάπου με φτιασίδια και βαφές
τον εαυτό μου προσπαθώ να ξεγελάσω,
κρυμμένος, χρόνε, στον καθρέφτη μου μού λες
"στην ανηφόρα φίλε θα σε ξεσκεπάσω".
Όμηρο, χρόνε, στο πλατό σου με κρατάς,
τις μαριονέτες σου κινώ πάνω στο σύρμα,
πως είναι θέμα χρόνου δεν το συζητάς
να μάθω ποιος ο νικητής και ποιος το θύμα!
βάζουμε στοίχημα και πάντα το κερδίζεις...
ελπίδες, όνειρα και πόθους μού πουλάς
και της ζωής μου το πουγκί το ξανεμίζεις.
Σ’ εξαπατάω χρόνε και μ’ εξαπατάς
σ’ ένα στημένο πόκερ προκαθορισμένο,
εσύ στην άμμο μιας κλεψύδρας κολυμπάς,
ενώ εγώ να σε νικήσω επιμένω!
Τα δυο σου χέρια, χρόνε, δείχτες ρολογιού
και το κορμί σου κεχριμπάρι κομπολόι,
την ευτυχία τη χαρίζεις του γιαλού
και ρίχνεις άγκυρα στο κάθε μοιρολόι.
Περνούν τα τρένα φορτωμένα στεναγμούς,
με χωρισμούς, με μισεμούς και με ελπίδες
και συ αφέντης, χρόνε, σ’ όλους τους σταθμούς
τους επιβάτες κυνηγάς σαν μπαταξήδες.
Κι αν κάπου – κάπου με φτιασίδια και βαφές
τον εαυτό μου προσπαθώ να ξεγελάσω,
κρυμμένος, χρόνε, στον καθρέφτη μου μού λες
"στην ανηφόρα φίλε θα σε ξεσκεπάσω".
Όμηρο, χρόνε, στο πλατό σου με κρατάς,
τις μαριονέτες σου κινώ πάνω στο σύρμα,
πως είναι θέμα χρόνου δεν το συζητάς
να μάθω ποιος ο νικητής και ποιος το θύμα!
Κυριακή 15 Απριλίου 2007
Αέναο ταξίδι
Ταξιδεύω στου χρόνου το πέλαγος,
η σχεδία της γνώσης αδύναμη
και το "άγνωστο", κύμα πελώριο.
Ο αγέρας της λήθης επίμονος...
Δε θα φτάσω ποτέ μου στο Σούνιο
στα πανιά του Θησέα ν'αλλάξω τα χρώματα,
του Αιγέα να δώσω το μήνυμα.
Να προλάβω το θάνατο,
της ζωής τη συνέχεια,
του Αιγαίου πελάγους το όνομα!
Ταξιδεύω στου χρόνου το πέρασμα,
στου Αιόλου τη δίνη βυθίζομαι
και στα ύψη με παέι στροβίλισμα
η κραυγή του Δαιδάλου στο διάστημα...
Δε θα πείσω ποτέ μου τον Ίκαρο
να δαμάσει της νιότης την έπαρση,
του ανθρώπου το άλμα στο άπειρο.
Να προλάβω το θάνατο,
της ζωής τη συνέχεια,
του Ικάριου πελάγους το όνομα!
Ταξιδεύω στου χρόνου το αύριο,
στους λουτρώνες της γνώσης σαρκώνομαι
και στην τύρβη του χάους λικνίζομαι.
Του ανθρώπου το μέλλον φαντάζομαι...
Δε θα φτάσω ποτέ μου στο άπειρο,
δε θα μάθω ποτέ μου ποιος νίκησε,
το παιχνίδι ζωής και θανάτου πώς τέλειωσε.
Γηθοσύνης κι αλγηδόνας αμάλγαμα
η ανθρώπινη μοίρα στο Αιώνιο Γίγνεσθαι!
η σχεδία της γνώσης αδύναμη
και το "άγνωστο", κύμα πελώριο.
Ο αγέρας της λήθης επίμονος...
Δε θα φτάσω ποτέ μου στο Σούνιο
στα πανιά του Θησέα ν'αλλάξω τα χρώματα,
του Αιγέα να δώσω το μήνυμα.
Να προλάβω το θάνατο,
της ζωής τη συνέχεια,
του Αιγαίου πελάγους το όνομα!
Ταξιδεύω στου χρόνου το πέρασμα,
στου Αιόλου τη δίνη βυθίζομαι
και στα ύψη με παέι στροβίλισμα
η κραυγή του Δαιδάλου στο διάστημα...
Δε θα πείσω ποτέ μου τον Ίκαρο
να δαμάσει της νιότης την έπαρση,
του ανθρώπου το άλμα στο άπειρο.
Να προλάβω το θάνατο,
της ζωής τη συνέχεια,
του Ικάριου πελάγους το όνομα!
Ταξιδεύω στου χρόνου το αύριο,
στους λουτρώνες της γνώσης σαρκώνομαι
και στην τύρβη του χάους λικνίζομαι.
Του ανθρώπου το μέλλον φαντάζομαι...
Δε θα φτάσω ποτέ μου στο άπειρο,
δε θα μάθω ποτέ μου ποιος νίκησε,
το παιχνίδι ζωής και θανάτου πώς τέλειωσε.
Γηθοσύνης κι αλγηδόνας αμάλγαμα
η ανθρώπινη μοίρα στο Αιώνιο Γίγνεσθαι!
Κυριακή 1 Απριλίου 2007
Παιδί της μοναξιάς
Στο τσιμεντένιο σου κλουβί
μπροστά στον υπολογιστή
ώρες ατέλειωτες περνάς,
σερφάρεις κι όπου θέλεις πας...
Γεια σου παιδί της μοναξιάς!
Θρέφεις τα μάτια και το νου
απ' του κομπιούτερ το μενού,
τι κρίμα να μη λαχταράς
τα παραμύθια της γιαγιάς...
Γεια σου παιδί της μοναξιάς!
Απ' τις δισκέτες τις μικρές
γνώσεις απέκτησες πολλές,
στα μονοπάτια της χαράς
μόνο σου, όμως, περπατάς...
Γεια σου παιδί της μοναξιάς!
Μες στο Διαδίκτυο σαν μπεις
όλα του κόσμου θα τα δεις
και το "ποντίκι" σαν πατάς
νιώθεις πως είσαι βασιλιάς...
Γεια σου παιδί της μοναξιάς!
Χωρίς ρακέτες να κρατάς
εικονικά τα σετ μετράς,
χωρίς τη μπάλα να κλωτσάς
με τα παιδιά της γειτονιάς
είσαι παιδί της μοναξιάς!
Για σκέψου να 'σαι μια στιγμή
ηγέτης του πλανήτη Γη,
πώς τάχα θα μας κυβερνάς
μόνο τα πλήκτρα σαν πατάς;
Γεια σου παιδί της μοναξιάς!
Γεια σου παιδί της μοναξιάς,
παιδί της νέας μας γενιάς...
Ευθύνη φέρουμε κι εμείς
γι'αυτό το έλλειμα ψυχής...
Γειά σου παιδί της μηχανής!
μπροστά στον υπολογιστή
ώρες ατέλειωτες περνάς,
σερφάρεις κι όπου θέλεις πας...
Γεια σου παιδί της μοναξιάς!
Θρέφεις τα μάτια και το νου
απ' του κομπιούτερ το μενού,
τι κρίμα να μη λαχταράς
τα παραμύθια της γιαγιάς...
Γεια σου παιδί της μοναξιάς!
Απ' τις δισκέτες τις μικρές
γνώσεις απέκτησες πολλές,
στα μονοπάτια της χαράς
μόνο σου, όμως, περπατάς...
Γεια σου παιδί της μοναξιάς!
Μες στο Διαδίκτυο σαν μπεις
όλα του κόσμου θα τα δεις
και το "ποντίκι" σαν πατάς
νιώθεις πως είσαι βασιλιάς...
Γεια σου παιδί της μοναξιάς!
Χωρίς ρακέτες να κρατάς
εικονικά τα σετ μετράς,
χωρίς τη μπάλα να κλωτσάς
με τα παιδιά της γειτονιάς
είσαι παιδί της μοναξιάς!
Για σκέψου να 'σαι μια στιγμή
ηγέτης του πλανήτη Γη,
πώς τάχα θα μας κυβερνάς
μόνο τα πλήκτρα σαν πατάς;
Γεια σου παιδί της μοναξιάς!
Γεια σου παιδί της μοναξιάς,
παιδί της νέας μας γενιάς...
Ευθύνη φέρουμε κι εμείς
γι'αυτό το έλλειμα ψυχής...
Γειά σου παιδί της μηχανής!
Κυριακή 25 Μαρτίου 2007
Χάσμα
Είναι η ζωή μας κοφτερή ξερολιθιά
που αγαπάει καλοκαίρια και χειμώνες,
εγώ χρεώνομαι στις πλάτες μια γενιά
και συ τη νιότη σου πουλάς στους ροβινσώνες.
Είναι η ζωή μας κεραυνός και αστραπή,
σε μανιασμένη θάλασσα μικρή σανίδα,
εγώ στα χέρια μου κρατώ σβηστό κερί
και συ στα μάτια σου φωτιά και καταιγίδα.
Είναι η ζωή μας ο σταθμός ο κεντρικός
που πάνε κι έρχονται σφυρίζοντας τα τρένα,
εγώ σου κράτησα μια θέση μες στο φως
μα εσύ προτίμησες ταξίδι μες στο ψέμα.
Είναι η ζωή μας κυκλαδίτικη εκκλησιά
που κάποιοι κλέψανε τις άγιες της εικόνες,
της προδοσίας στο λαιμό φορώ θηλειά
και συ στα χείλη σου φοράς δυο ανεμώνες.
Είναι η ζωή μας χαραυγή και δειλινό,
ένα παιχνίδι με τον ήλιο, τα φεγγάρια,
έχει ο καθένας μας δικό του ένα Θεό,
Αυτός κρατάει και το νήμα και τα ζάρια...
που αγαπάει καλοκαίρια και χειμώνες,
εγώ χρεώνομαι στις πλάτες μια γενιά
και συ τη νιότη σου πουλάς στους ροβινσώνες.
Είναι η ζωή μας κεραυνός και αστραπή,
σε μανιασμένη θάλασσα μικρή σανίδα,
εγώ στα χέρια μου κρατώ σβηστό κερί
και συ στα μάτια σου φωτιά και καταιγίδα.
Είναι η ζωή μας ο σταθμός ο κεντρικός
που πάνε κι έρχονται σφυρίζοντας τα τρένα,
εγώ σου κράτησα μια θέση μες στο φως
μα εσύ προτίμησες ταξίδι μες στο ψέμα.
Είναι η ζωή μας κυκλαδίτικη εκκλησιά
που κάποιοι κλέψανε τις άγιες της εικόνες,
της προδοσίας στο λαιμό φορώ θηλειά
και συ στα χείλη σου φοράς δυο ανεμώνες.
Είναι η ζωή μας χαραυγή και δειλινό,
ένα παιχνίδι με τον ήλιο, τα φεγγάρια,
έχει ο καθένας μας δικό του ένα Θεό,
Αυτός κρατάει και το νήμα και τα ζάρια...
Σάββατο 17 Μαρτίου 2007
Χρώματα και εικόνες
Θα πάρω λέξεις κι αριθμούς, χρώματα και εικόνες
και τις κλωστές του φεγγαριού, του ήλιου τις βελόνες.
Θε να κεντήσω τον καμβά του σύγχρονού μας κόσμου,
παρακαλώ σε «Μούσα» μου τη «δωρεά» σου δος μου.
Μελάνι κάνε μου το νου και την ψυχή μου πένα,
κρύψε τα συναισθήματα, λευτέρωσε το πνεύμα.
Πανύψηλο κι αειθαλές της γνώσης τ’ άγιο δέντρο
κι ένα ρολόι εκκρεμές θα ’χει ο καμβάς στο κέντρο.
Να δείχνουνε οι δείχτες του δώδεκα παρά πέντε
και γύρω του οι ήπειροι να βλέπουν και οι πέντε
με κεφαλαία γράμματα γραμμένη την αλήθεια:
τα περί homo sapiens πως είναι παραμύθια!
Η σύγχρονή μας εποχή, ετούτος ο αιώνας
homo consumens γέννησε και homo της εικόνας!
Αθώα μάτια παιδικά, υγρά και τρομαγμένα
θα ’ναι τα κρόσσια του καμβά, κορμιά σκελετωμένα,
μ’ ένα πελώριο «γιατί» στα μελανά τους χείλη,
μαύρο, θανάτου, φιλιατρό και μουχρωμένο δείλι.
Θα βάλω χρώμα κόκκινο σ’ ένα απλωμένο χέρι
και λαβωμένο πλάι του εν’ άσπρο περιστέρι.
Και μιας ελιάς ένα κλαδί στο χώμα πεταμένο
και γύρω του μαύρος καπνός και μιας φωτιάς το τρένο,
που θα σφυρίζει πένθιμα ώσπου η φωτιά να σβήσει,
ν’ ακούγεται στα πέρατα, σ’ Ανατολή και Δύση.
Θα ρίξω ανεμόσκαλα απ’ τ’ ουρανού τα κάστρα
για να μπορούν οι άνθρωποι να πάνε σ’ άλλα άστρα.
Αφού το πλοίο μας η Γη προσάραξε σε ξέρα,
μιας κι οι καπεταναίοι της μουλιάζαν σε βεγγέρα!
Θα πάρω λέξεις κι αριθμούς, στημόνι και υφάδι
να υφάνω κύκλους φεγγερούς να διώχνουν το σκοτάδι.
Να βάλω συν στα όμορφα, στα άσχημα πλην ένα,
κόκκινο στα παράλογα, μαύρο στα λαθεμένα...
και τις κλωστές του φεγγαριού, του ήλιου τις βελόνες.
Θε να κεντήσω τον καμβά του σύγχρονού μας κόσμου,
παρακαλώ σε «Μούσα» μου τη «δωρεά» σου δος μου.
Μελάνι κάνε μου το νου και την ψυχή μου πένα,
κρύψε τα συναισθήματα, λευτέρωσε το πνεύμα.
Πανύψηλο κι αειθαλές της γνώσης τ’ άγιο δέντρο
κι ένα ρολόι εκκρεμές θα ’χει ο καμβάς στο κέντρο.
Να δείχνουνε οι δείχτες του δώδεκα παρά πέντε
και γύρω του οι ήπειροι να βλέπουν και οι πέντε
με κεφαλαία γράμματα γραμμένη την αλήθεια:
τα περί homo sapiens πως είναι παραμύθια!
Η σύγχρονή μας εποχή, ετούτος ο αιώνας
homo consumens γέννησε και homo της εικόνας!
Αθώα μάτια παιδικά, υγρά και τρομαγμένα
θα ’ναι τα κρόσσια του καμβά, κορμιά σκελετωμένα,
μ’ ένα πελώριο «γιατί» στα μελανά τους χείλη,
μαύρο, θανάτου, φιλιατρό και μουχρωμένο δείλι.
Θα βάλω χρώμα κόκκινο σ’ ένα απλωμένο χέρι
και λαβωμένο πλάι του εν’ άσπρο περιστέρι.
Και μιας ελιάς ένα κλαδί στο χώμα πεταμένο
και γύρω του μαύρος καπνός και μιας φωτιάς το τρένο,
που θα σφυρίζει πένθιμα ώσπου η φωτιά να σβήσει,
ν’ ακούγεται στα πέρατα, σ’ Ανατολή και Δύση.
Θα ρίξω ανεμόσκαλα απ’ τ’ ουρανού τα κάστρα
για να μπορούν οι άνθρωποι να πάνε σ’ άλλα άστρα.
Αφού το πλοίο μας η Γη προσάραξε σε ξέρα,
μιας κι οι καπεταναίοι της μουλιάζαν σε βεγγέρα!
Θα πάρω λέξεις κι αριθμούς, στημόνι και υφάδι
να υφάνω κύκλους φεγγερούς να διώχνουν το σκοτάδι.
Να βάλω συν στα όμορφα, στα άσχημα πλην ένα,
κόκκινο στα παράλογα, μαύρο στα λαθεμένα...
Κυριακή 11 Μαρτίου 2007
Πλάνη
Σου είπανε θα φτιάξουνε τον κόσμο πιο καλό
και συ τους πίστεψες.
Σου είπανε, οι άξιοι μπροστάρηδες, ψηλά
και συ προσπάθησες.
Σου είπανε, της γνώσης πρέπει να’ σαι θηρευτής
και συ ξενύχτησες.
Και ονειρεύτηκες…
Και ξενιτεύτηκες σε χώρες μακρινές.
Σε ταρσανάδες, πήγες, υψηλής περιωπής
ν’ αποθηκέψεις στη φαρέτρα των προσόντων
τα πλουμιστά της γνώσης τα πολύχρωμα χαλιά.
Σ’ ένα ταξίδι όμοιο μ’ αυτό του Οδυσσέα,
στις θάλασσες του Ποσειδώνα
σε Συμπληγάδες σύγχρονες και σε Σειρήνες μαγικές.
Κι όμως δε λύγισες!
Είχες πυξίδα σου το χρέος ,
τα «πρέπει» είχες για πανιά
και με λαχτάρα πίσω γύρισες.
Βρήκες τις πόρτες τις μεγάλες, τις μικρές,
όλες κλειστές
και κλειδοκράτορες τους λίγους, τους φτηνούς,
με λαδωμένες φορεσιές και μελιστάλαχτες λαλιές
να ξεπουλάν τοις μετρητοίς, μισοτιμής,
σε παραμάγαζα υπόγεια, σκοτεινά,
αξίας εξαρτήματα
της διεφθαρμένης κρατικής μας μηχανής.
Και συ απόρησες!
Αναρωτήθηκες…
Με κατηγόρησες.
Οδός Ονείρων δώδεκα, στης νιότης το σταθμό
θυμάμαι που βιαζόσουνα και σφύριξε το τρένο.
Συγγνώμη που δεν τόλμησα αλήθειες να σου πω
και σ’ άφησα ταξιδευτή σε φως παραμυθένιο.
Οδός Ονείρων δώδεκα, ετών είκοσι οκτώ
σε βρήκα στην πλατεία απελπισίας.
Θα ’ρθω για να μιλήσουμε, μου είπες θα σε βρω
γωνία… προσμονής και ανεργίας.
και συ τους πίστεψες.
και συ προσπάθησες.
Σου είπανε, της γνώσης πρέπει να’ σαι θηρευτής
Και ονειρεύτηκες…
Και ξενιτεύτηκες σε χώρες μακρινές.
Σε ταρσανάδες, πήγες, υψηλής περιωπής
ν’ αποθηκέψεις στη φαρέτρα των προσόντων
τα πλουμιστά της γνώσης τα πολύχρωμα χαλιά.
σε Συμπληγάδες σύγχρονες και σε Σειρήνες μαγικές.
Κι όμως δε λύγισες!
Είχες πυξίδα σου το χρέος
τα «πρέπει» είχες για πανιά
και με λαχτάρα πίσω γύρισες.
Βρήκες τις πόρτες τις μεγάλες, τις μικρές,
όλες κλειστές
και κλειδοκράτορες τους λίγους, τους φτηνούς,
με λαδωμένες φορεσιές και μελιστάλαχτες λαλιές
να ξεπουλάν τοις μετρητοίς, μισοτιμής,
σε παραμάγαζα υπόγεια, σκοτεινά,
αξίας εξαρτήματα
της διεφθαρμένης κρατικής μας μηχανής.
Και συ απόρησες!
Αναρωτήθηκες…
Με κατηγόρησες.
Οδός Ονείρων δώδεκα, στης νιότης το σταθμό
θυμάμαι που βιαζόσουνα και σφύριξε το τρένο.
Συγγνώμη που δεν τόλμησα αλήθειες να σου πω
και σ’ άφησα ταξιδευτή σε φως παραμυθένιο.
Οδός Ονείρων δώδεκα, ετών είκοσι οκτώ
σε βρήκα στην πλατεία απελπισίας.
Θα ’ρθω για να μιλήσουμε, μου είπες θα σε βρω
γωνία… προσμονής και ανεργίας.
Κυριακή 4 Μαρτίου 2007
Προσμονή
Το πλοίο που περίμενες δε θα ’ρθει...
Το έκτακτο δελτίο του καιρού
το κράτησε δεμένο κι έχει αράξει
σ’ απάνεμο λιμάνι, κάπου αλλού.
Τα όνειρά μας πάντοτε δε βγαίνουν,
απλοί κομπάρσοι είναι της ζωής
και πόσοι, σαν εμάς, δεν περιμένουν
το πλοίο κάποιας άγονης γραμμής!
Τα σύννεφα τη θάλασσα ακουμπάνε,
αστράφτει και βροντάει ο ουρανός .
Τα δάκρυα στα μάτια σου κυλάνε,
της προσμονής μεγάλος ο καημός.
Το πλοίο δεν εφάνηκε ακόμα,
και συ στην προκυμαία καρτερείς.
Υπομονή και τούτο το χειμώνα,
μιας άνοιξης ημέρες θα χαρείς…
Το έκτακτο δελτίο του καιρού
το κράτησε δεμένο κι έχει αράξει
Τα όνειρά μας πάντοτε δε βγαίνουν,
και πόσοι, σαν εμάς, δεν περιμένουν
το πλοίο κάποιας άγονης γραμμής!
Τα σύννεφα τη θάλασσα ακουμπάνε,
αστράφτει και βροντάει ο ουρανός
Τα δάκρυα στα μάτια σου κυλάνε,
της προσμονής μεγάλος ο καημός.
Το πλοίο δεν εφάνηκε ακόμα,
και συ στην προκυμαία καρτερείς.
Υπομονή και τούτο το χειμώνα,
μιας άνοιξης ημέρες θα χαρείς…
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
