Κυριακή 24 Ιουνίου 2007

Στις μεγάλες πόλεις

Πρόσωπα ανέκφραστα
βλέμματα θλιμμένα
φύλλα μαραμένα
μελαγχολικά.

Πρόσωπα αδιάφορα,
καλωδιωμένα,
μοιάζουν θυμωμένα
κι είναι βιαστικά.

Ούτ’ ένα χαμόγελο,
μία καλημέρα,
από μέσα η βέρα
γράφει μοναξιά.

Καθημερινότητα
μποτιλιαρισμένη
μοιάζει αγχωμένη,
γκρίζα πινελιά.

Καθημερινότητα
μακιγιαρισμένη
θόρυβο ντυμένη,
ψεύτικα φιλιά.

Άνθρωποι αμίλητοι
στα υπόγεια τρένα
χέρια γαντζωμένα
στις χειρολαβές.

Στοιβαγμένα όνειρα
πόθους φορτωμένα,
μάτια νυσταγμένα
τρέχουν στις γραμμές.

Νευρικά στριγκλίζουνε
στις στροφές τα φρένα,
πάμε για το τέρμα
γι’ άλλες διαδρομές.

Στις μεγάλες πόλεις
πιο γοργά τα βήματα,
"λάιτ" συναισθήματα
πιο πολύ το στρες.

Στις μεγάλες πόλεις
το παιχνίδι άγριο,
άχρωμο το αύριο
ίδιο με το χτες!

Κυριακή 17 Ιουνίου 2007

Το παράθυρο

Εν’ απ’ τα «παράθυρα» είμαι του Καβάφη
τηλεο-παράθυρο, λέγε με δυνάστη,
όπου μυαλοπώληδες τηλεο-αστέρες
τα απωθημένα τους βγάζουν στους αιθέρες.

Όλοι μ’ απεχθάνονται κι όλοι με ζητάνε
τίμημα πληρώνουνε όσο κι όσο να’ ναι
γιατί έχω δύναμη, περισσή σαγήνη,
θε να στροβιλίζονται στη δική μου δίνη.

Ειμ’ ένα παράθυρο της νομοθεσίας
παρανόμων το «χαρτί» και της εξουσίας.

Ειμ’ ένα παράθυρο κάποιου λεωφορείου
τρένου, αερόπλανου, φιλιστρίνι πλοίου
που γνωρίζω συνεχώς νέους ταξιδιώτες
άνθρωπους μοναχικούς, εραστές κι ιππότες.

Ειμ’ ένα παράθυρο φυλακής φεγγίτης
που με ερωτεύτηκε ζήτουλας σπουργίτης
κι έρχεται βράδυ – πρωί με φιλάει και φεύγει
Θεέ μου ο κατάδικος πόσο τον ζηλεύει!

Ειμ’ ένα παράθυρο, ξενιτιάς καρτέρι,
τον ξενιτεμένο γιο μάνας που θα φέρει.

Ειμ’ ένα παράθυρο εις τη νέα «τάξη»
στο κομπιούτερ, στο σχολειό και στου νου τη λάμψη
κι αναλόγως πώς κοιτάς, μέσα ή απ’ έξω,
θα σου δώσω πράγματα μα και θα σου κλέψω.

Άνοιξ’ το παράθυρο φως να μπει και ήλιος
γι’ άλλους είμαι ο εχθρός, γι’ άλλους είμαι φίλος.
Κλείσε το παράθυρο. Έρωτες και ζήλιες...
Ξέρω πως κρυφοκοιτάς πίσω από τις γρίλιες.

Κοίταξε τα γυάλινα τα μοντέρνα κτήρια
και τον κόσμο σκέψου τον δίχως παραθύρια!
Φίλε τα παράθυρα είναι αναγκαία
για να φεύγουν τα «παλιά», να ’ρχονται τα «νέα»!

Κυριακή 10 Ιουνίου 2007

Οίστρος

Κι αν είσαι αγριολούλουδο
σ’ενός γκρεμού την άκρη
θε να ΄ρθει αγέρι να σε βρει
θε να σε κάνει δάκρυ!

Κι αν είσαι ανθός πορτοκαλιάς,
έλατο ή θυμάρι,
μέλισσα θα ΄ρθει να σε πιει,
σύννεφο θα σε πάρει.

Κάνει κεντρί τα λόγια σου
τ’αγκάθια κάνει βέλη
φτιάχνει τα φύλλα σου κερί
και τους χυμούς σου μέλι!

Μα συ ΄σαι άστρο λιόκαλο
εν’ασημί φεγγάρι
δοξάρι είσαι και κλωστή
στα χέρια ενός λυράρη.

Σε πίνει η λύρα και μεθά
και ο νους παθαίνει ζάλη
και τότε γίνεσαι χορός
σούστα και πεντοζάλη!

Περιστεριώνας γίνεσαι,
κυπαρισσένια χέρια
κερνάς τα λόγια σου φωτιά
και λιώνεις τα μαχαίρια

Στο βράχο φάρος στέκεσαι,
στην έρημο ελπίδα
ξενιτεμένου αποθυμιά
του ναυαγού σανίδα!

Και μοιάζω εγώ ξερολιθιά
και διψασμένο χώμα
και συ μια άνοιξη να πιω
να βγάλω το χειμώνα!

Κυριακή 3 Ιουνίου 2007

Η μεγάλη έξοδος

Η νύχτα κόλλησε στο παράθυρο της ψυχής του
κι ο μικρός φεγγίτης της ελπίδας έκλεισε.
Το εκκρεμές του χρόνου έπαψε να φλερτάρει μαζί του
και οι άυλες μαριονέτες της σκέψης σταμάτησαν να χορεύουν.
Η βελόνα σκάλωσε στην πέμπτη στροφή της ύπαρξής του
και στη μήτρα του χάους, περιγελώντας το θάνατο
αυτοθέλητα χάθηκε!
Η μικρή Διοτίμα,
του Απρίλη τα χρώματα,
το κυνήγι της γνώσης,
δυνατά συναισθήματα,
στη ζωή δεν τον κράτησαν!
Η λευκή άμαξα της ιατρικής επιστήμης
το μυστήριο έλυσε.
Έμμονες ιδέες ήταν η διάγνωση.
Ο Εμπεδοκλής και η Γκέμμα φταίνε
διαφώνησαν μαθητές του και φίλοι του.
Διχασμένες οι γνώμες μπλέχτηκαν στις μυλόπετρες
των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης.
Κι ο χαλκός, ασπρομάλλης, παντεπόπτης Ταΰγετος
με δειράδες ανάρριχτες και ακρώρειες απάτητες
φωτερός και αγέρωχος με γαλήνιο πικρόγελο
όσα είδε κι άκουσε
κάπως έτσι κελάρυζε:
«Καθώς θα κοιτάς το μηδέν στα μάτια,
δύνεσαι να μην αποκαρτερήσεις;»
Αποκρίθηκε - «Ναι» - και ατάραχος
τη Μεγάλη την Πύλη, το χάσμα του χάους,
αυτοθέλητα διάβηκε!
 
Locations of visitors to this page