Είναι η ζωή μας κοφτερή ξερολιθιά
που αγαπάει καλοκαίρια και χειμώνες,
εγώ χρεώνομαι στις πλάτες μια γενιά
και συ τη νιότη σου πουλάς στους ροβινσώνες.
Είναι η ζωή μας κεραυνός και αστραπή,
σε μανιασμένη θάλασσα μικρή σανίδα,
εγώ στα χέρια μου κρατώ σβηστό κερί
και συ στα μάτια σου φωτιά και καταιγίδα.
Είναι η ζωή μας ο σταθμός ο κεντρικός
που πάνε κι έρχονται σφυρίζοντας τα τρένα,
εγώ σου κράτησα μια θέση μες στο φως
μα εσύ προτίμησες ταξίδι μες στο ψέμα.
Είναι η ζωή μας κυκλαδίτικη εκκλησιά
που κάποιοι κλέψανε τις άγιες της εικόνες,
της προδοσίας στο λαιμό φορώ θηλειά
και συ στα χείλη σου φοράς δυο ανεμώνες.
Είναι η ζωή μας χαραυγή και δειλινό,
ένα παιχνίδι με τον ήλιο, τα φεγγάρια,
έχει ο καθένας μας δικό του ένα Θεό,
Αυτός κρατάει και το νήμα και τα ζάρια...
Κυριακή 25 Μαρτίου 2007
Σάββατο 17 Μαρτίου 2007
Χρώματα και εικόνες
Θα πάρω λέξεις κι αριθμούς, χρώματα και εικόνες
και τις κλωστές του φεγγαριού, του ήλιου τις βελόνες.
Θε να κεντήσω τον καμβά του σύγχρονού μας κόσμου,
παρακαλώ σε «Μούσα» μου τη «δωρεά» σου δος μου.
Μελάνι κάνε μου το νου και την ψυχή μου πένα,
κρύψε τα συναισθήματα, λευτέρωσε το πνεύμα.
Πανύψηλο κι αειθαλές της γνώσης τ’ άγιο δέντρο
κι ένα ρολόι εκκρεμές θα ’χει ο καμβάς στο κέντρο.
Να δείχνουνε οι δείχτες του δώδεκα παρά πέντε
και γύρω του οι ήπειροι να βλέπουν και οι πέντε
με κεφαλαία γράμματα γραμμένη την αλήθεια:
τα περί homo sapiens πως είναι παραμύθια!
Η σύγχρονή μας εποχή, ετούτος ο αιώνας
homo consumens γέννησε και homo της εικόνας!
Αθώα μάτια παιδικά, υγρά και τρομαγμένα
θα ’ναι τα κρόσσια του καμβά, κορμιά σκελετωμένα,
μ’ ένα πελώριο «γιατί» στα μελανά τους χείλη,
μαύρο, θανάτου, φιλιατρό και μουχρωμένο δείλι.
Θα βάλω χρώμα κόκκινο σ’ ένα απλωμένο χέρι
και λαβωμένο πλάι του εν’ άσπρο περιστέρι.
Και μιας ελιάς ένα κλαδί στο χώμα πεταμένο
και γύρω του μαύρος καπνός και μιας φωτιάς το τρένο,
που θα σφυρίζει πένθιμα ώσπου η φωτιά να σβήσει,
ν’ ακούγεται στα πέρατα, σ’ Ανατολή και Δύση.
Θα ρίξω ανεμόσκαλα απ’ τ’ ουρανού τα κάστρα
για να μπορούν οι άνθρωποι να πάνε σ’ άλλα άστρα.
Αφού το πλοίο μας η Γη προσάραξε σε ξέρα,
μιας κι οι καπεταναίοι της μουλιάζαν σε βεγγέρα!
Θα πάρω λέξεις κι αριθμούς, στημόνι και υφάδι
να υφάνω κύκλους φεγγερούς να διώχνουν το σκοτάδι.
Να βάλω συν στα όμορφα, στα άσχημα πλην ένα,
κόκκινο στα παράλογα, μαύρο στα λαθεμένα...
και τις κλωστές του φεγγαριού, του ήλιου τις βελόνες.
Θε να κεντήσω τον καμβά του σύγχρονού μας κόσμου,
παρακαλώ σε «Μούσα» μου τη «δωρεά» σου δος μου.
Μελάνι κάνε μου το νου και την ψυχή μου πένα,
κρύψε τα συναισθήματα, λευτέρωσε το πνεύμα.
Πανύψηλο κι αειθαλές της γνώσης τ’ άγιο δέντρο
κι ένα ρολόι εκκρεμές θα ’χει ο καμβάς στο κέντρο.
Να δείχνουνε οι δείχτες του δώδεκα παρά πέντε
και γύρω του οι ήπειροι να βλέπουν και οι πέντε
με κεφαλαία γράμματα γραμμένη την αλήθεια:
τα περί homo sapiens πως είναι παραμύθια!
Η σύγχρονή μας εποχή, ετούτος ο αιώνας
homo consumens γέννησε και homo της εικόνας!
Αθώα μάτια παιδικά, υγρά και τρομαγμένα
θα ’ναι τα κρόσσια του καμβά, κορμιά σκελετωμένα,
μ’ ένα πελώριο «γιατί» στα μελανά τους χείλη,
μαύρο, θανάτου, φιλιατρό και μουχρωμένο δείλι.
Θα βάλω χρώμα κόκκινο σ’ ένα απλωμένο χέρι
και λαβωμένο πλάι του εν’ άσπρο περιστέρι.
Και μιας ελιάς ένα κλαδί στο χώμα πεταμένο
και γύρω του μαύρος καπνός και μιας φωτιάς το τρένο,
που θα σφυρίζει πένθιμα ώσπου η φωτιά να σβήσει,
ν’ ακούγεται στα πέρατα, σ’ Ανατολή και Δύση.
Θα ρίξω ανεμόσκαλα απ’ τ’ ουρανού τα κάστρα
για να μπορούν οι άνθρωποι να πάνε σ’ άλλα άστρα.
Αφού το πλοίο μας η Γη προσάραξε σε ξέρα,
μιας κι οι καπεταναίοι της μουλιάζαν σε βεγγέρα!
Θα πάρω λέξεις κι αριθμούς, στημόνι και υφάδι
να υφάνω κύκλους φεγγερούς να διώχνουν το σκοτάδι.
Να βάλω συν στα όμορφα, στα άσχημα πλην ένα,
κόκκινο στα παράλογα, μαύρο στα λαθεμένα...
Κυριακή 11 Μαρτίου 2007
Πλάνη
Σου είπανε θα φτιάξουνε τον κόσμο πιο καλό
και συ τους πίστεψες.
Σου είπανε, οι άξιοι μπροστάρηδες, ψηλά
και συ προσπάθησες.
Σου είπανε, της γνώσης πρέπει να’ σαι θηρευτής
και συ ξενύχτησες.
Και ονειρεύτηκες…
Και ξενιτεύτηκες σε χώρες μακρινές.
Σε ταρσανάδες, πήγες, υψηλής περιωπής
ν’ αποθηκέψεις στη φαρέτρα των προσόντων
τα πλουμιστά της γνώσης τα πολύχρωμα χαλιά.
Σ’ ένα ταξίδι όμοιο μ’ αυτό του Οδυσσέα,
στις θάλασσες του Ποσειδώνα
σε Συμπληγάδες σύγχρονες και σε Σειρήνες μαγικές.
Κι όμως δε λύγισες!
Είχες πυξίδα σου το χρέος ,
τα «πρέπει» είχες για πανιά
και με λαχτάρα πίσω γύρισες.
Βρήκες τις πόρτες τις μεγάλες, τις μικρές,
όλες κλειστές
και κλειδοκράτορες τους λίγους, τους φτηνούς,
με λαδωμένες φορεσιές και μελιστάλαχτες λαλιές
να ξεπουλάν τοις μετρητοίς, μισοτιμής,
σε παραμάγαζα υπόγεια, σκοτεινά,
αξίας εξαρτήματα
της διεφθαρμένης κρατικής μας μηχανής.
Και συ απόρησες!
Αναρωτήθηκες…
Με κατηγόρησες.
Οδός Ονείρων δώδεκα, στης νιότης το σταθμό
θυμάμαι που βιαζόσουνα και σφύριξε το τρένο.
Συγγνώμη που δεν τόλμησα αλήθειες να σου πω
και σ’ άφησα ταξιδευτή σε φως παραμυθένιο.
Οδός Ονείρων δώδεκα, ετών είκοσι οκτώ
σε βρήκα στην πλατεία απελπισίας.
Θα ’ρθω για να μιλήσουμε, μου είπες θα σε βρω
γωνία… προσμονής και ανεργίας.
και συ τους πίστεψες.
και συ προσπάθησες.
Σου είπανε, της γνώσης πρέπει να’ σαι θηρευτής
Και ονειρεύτηκες…
Και ξενιτεύτηκες σε χώρες μακρινές.
Σε ταρσανάδες, πήγες, υψηλής περιωπής
ν’ αποθηκέψεις στη φαρέτρα των προσόντων
τα πλουμιστά της γνώσης τα πολύχρωμα χαλιά.
σε Συμπληγάδες σύγχρονες και σε Σειρήνες μαγικές.
Κι όμως δε λύγισες!
Είχες πυξίδα σου το χρέος
τα «πρέπει» είχες για πανιά
και με λαχτάρα πίσω γύρισες.
Βρήκες τις πόρτες τις μεγάλες, τις μικρές,
όλες κλειστές
και κλειδοκράτορες τους λίγους, τους φτηνούς,
με λαδωμένες φορεσιές και μελιστάλαχτες λαλιές
να ξεπουλάν τοις μετρητοίς, μισοτιμής,
σε παραμάγαζα υπόγεια, σκοτεινά,
αξίας εξαρτήματα
της διεφθαρμένης κρατικής μας μηχανής.
Και συ απόρησες!
Αναρωτήθηκες…
Με κατηγόρησες.
Οδός Ονείρων δώδεκα, στης νιότης το σταθμό
θυμάμαι που βιαζόσουνα και σφύριξε το τρένο.
Συγγνώμη που δεν τόλμησα αλήθειες να σου πω
και σ’ άφησα ταξιδευτή σε φως παραμυθένιο.
Οδός Ονείρων δώδεκα, ετών είκοσι οκτώ
σε βρήκα στην πλατεία απελπισίας.
Θα ’ρθω για να μιλήσουμε, μου είπες θα σε βρω
γωνία… προσμονής και ανεργίας.
Κυριακή 4 Μαρτίου 2007
Προσμονή
Το πλοίο που περίμενες δε θα ’ρθει...
Το έκτακτο δελτίο του καιρού
το κράτησε δεμένο κι έχει αράξει
σ’ απάνεμο λιμάνι, κάπου αλλού.
Τα όνειρά μας πάντοτε δε βγαίνουν,
απλοί κομπάρσοι είναι της ζωής
και πόσοι, σαν εμάς, δεν περιμένουν
το πλοίο κάποιας άγονης γραμμής!
Τα σύννεφα τη θάλασσα ακουμπάνε,
αστράφτει και βροντάει ο ουρανός .
Τα δάκρυα στα μάτια σου κυλάνε,
της προσμονής μεγάλος ο καημός.
Το πλοίο δεν εφάνηκε ακόμα,
και συ στην προκυμαία καρτερείς.
Υπομονή και τούτο το χειμώνα,
μιας άνοιξης ημέρες θα χαρείς…
Το έκτακτο δελτίο του καιρού
το κράτησε δεμένο κι έχει αράξει
Τα όνειρά μας πάντοτε δε βγαίνουν,
και πόσοι, σαν εμάς, δεν περιμένουν
το πλοίο κάποιας άγονης γραμμής!
Τα σύννεφα τη θάλασσα ακουμπάνε,
αστράφτει και βροντάει ο ουρανός
Τα δάκρυα στα μάτια σου κυλάνε,
της προσμονής μεγάλος ο καημός.
Το πλοίο δεν εφάνηκε ακόμα,
και συ στην προκυμαία καρτερείς.
Υπομονή και τούτο το χειμώνα,
μιας άνοιξης ημέρες θα χαρείς…
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
