Τώρα που είδες και τι δεν είδες!
Πύρινες, κίτρινες, μαύρες σελίδες
Τώρα που γνώρισες, τώρα που ξέρεις
Τώρα που έμαθες, πάντα μαθαίνεις,
Τώρα που έπαθες - πόσα παθαίνεις!
Τώρα που τρέχεις και δεν προφταίνεις
Τώρα σε πείσανε και περιμένεις…
Τώρα σου τάξανε και συ σωπαίνεις!
Τώρα που στέγνωσαν δάκρυα και χώματα
κι όλα τριγύρω σου μαύρα τα χρώματα!
Τώρα το βλέμμα σου όπου κι αν γέρνεις
θλίψη, απόγνωση και φρίκη παίρνεις!
Τώρα τα σούρουπα χλωμά καράβια
οι μέρες άψυχες, βουβά τα βράδια…
Τώρα σε πείσανε και συ προσμένεις…
Τώρα σου τάξανε και συ σωπαίνεις!
Τώρα που μίλησαν νεκροί κι αγάλματα
κι είπανε τόσα και τόσα πράγματα
τόσα που απόρησαν κι οι ξένες χώρες
μετρώντας όλεθρο και νεκροφόρες!
Τώρα που μαύρισαν ιερές κολώνες
παγκόσμια σύμβολα μες στους αιώνες…
Τώρα σου δίνουνε και συ τα παίρνεις…
φρίκη και όλεθρο μ’ ευρώ ξεπλένεις…
Τώρα σου δώσανε και συ σωπαίνεις!
Πύρινος άνεμος, λαίμαργες φλόγες
κάψαν τ’ ανάκλιντρο και τις πυρόγες
που σε ταξίδευαν στα καφενεία
-σχολεία ράθυμα δίχως θρανία… -
Τώρα που έπαθες – τώρα μαθαίνεις
πως πάντα εσύ χαμένος βγαίνεις!
Τώρα στ’ αλήθεια καταλαβαίνεις
πως είναι λάθος σου, το να σωπαίνεις;
Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2007
Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2007
Είδα και οίδα
Είδα το δάκρυ με το ψέμα αγκαλιά
ν’ ανηφορίζουν την Οδό Αναλγησίας,
είδα τα τρένα με τα λόγια τα παχιά
να σταματάνε στο Σταθμό Υποκρισίας.
Ξεθωριασμένες, είδα, άμαξες παλιές
με υποσχέσεις και διλήμματα γεμάτες,
είδα να παίζονται παιχνίδια - αρμαθιές
πάνω στον όλεθρο, στη φρίκη και στις στάχτες.
Είδα σε μια άκρη τη συγγνώμη μοναχή
χωρίς κανένας να της δίνει σημασία
και τη διαφάνεια κλεισμένη στο κελί
με δεσμοφύλακά της την αλαζονεία.
Είδα στης Θέμιδος τον ιερό ναό
άγιες αξίες στο σταυρό να τις καρφώνουν,
μπαταρισμένο παραδίπλα το ζυγό…
με τα ευρώ το δίκαιο να εξαργυρώνουν.
Είδα τα πάθη της σαρκός και του μυαλού
χορό να στήνουν στην Πλατεία Αναισθησίας,
την ταπεινότητα, στο βασικό μενού
και τη σεμνότητα, σε δείπνο πανδαισίας.
Είδα και σένανε λαέ να ξενυχτάς
στο χαζοκούτι διαρκώς να παίρνεις μάτι
και λίγο – λίγο άθελά σου να ρουφάς
τον εθισμό με το ποτό του Μιθριδάτη.
Είδα και οίδα όσα πρόκειται να δω
κι όμως τα ίδια τον κερνώ τον εαυτό μου…
και αν το αύριο, του χτες θα ’ναι καρμπόν,
είναι το φταίξιμο ολότελα δικό μου!
ν’ ανηφορίζουν την Οδό Αναλγησίας,
είδα τα τρένα με τα λόγια τα παχιά
να σταματάνε στο Σταθμό Υποκρισίας.
Ξεθωριασμένες, είδα, άμαξες παλιές
με υποσχέσεις και διλήμματα γεμάτες,
είδα να παίζονται παιχνίδια - αρμαθιές
πάνω στον όλεθρο, στη φρίκη και στις στάχτες.
Είδα σε μια άκρη τη συγγνώμη μοναχή
χωρίς κανένας να της δίνει σημασία
και τη διαφάνεια κλεισμένη στο κελί
με δεσμοφύλακά της την αλαζονεία.
Είδα στης Θέμιδος τον ιερό ναό
άγιες αξίες στο σταυρό να τις καρφώνουν,
μπαταρισμένο παραδίπλα το ζυγό…
με τα ευρώ το δίκαιο να εξαργυρώνουν.
Είδα τα πάθη της σαρκός και του μυαλού
χορό να στήνουν στην Πλατεία Αναισθησίας,
την ταπεινότητα, στο βασικό μενού
και τη σεμνότητα, σε δείπνο πανδαισίας.
Είδα και σένανε λαέ να ξενυχτάς
στο χαζοκούτι διαρκώς να παίρνεις μάτι
και λίγο – λίγο άθελά σου να ρουφάς
τον εθισμό με το ποτό του Μιθριδάτη.
Είδα και οίδα όσα πρόκειται να δω
κι όμως τα ίδια τον κερνώ τον εαυτό μου…
και αν το αύριο, του χτες θα ’ναι καρμπόν,
είναι το φταίξιμο ολότελα δικό μου!
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
